Images de page
PDF
ePub

σύνης τε και λαιμαργίας ου πάντα ικανώς ανασκεψάμενον ελέσθαι , αλλ' αυτόν λαθείν ενούσαν ειμαρμένην, παίδων αυτού βρώσεις και άλλα κακά. Επειδή δε κατά σχολήν σκέψασθαι , κόπτεσθαί τε και οδύρεσθαι την αίρεσιν, ουκ εμμένοντα τους προρρηθείσιν υπό του προφήτου: ου γαρ εαυτόν αιτιάσθαι των κακών, αλλά τύχην τε, και δαίμονας, και πάντα μάλλον ανθ' εαυτού. Είναι δε αυτόν των εκ του ουρανού ηκόντων , εν τεταγμένη πολιτεία εν των προτέρω βίω βεβιωκότα, έθει , άνευ φιλοσοφίας, αρετής μετειληφότα. Ως δε και είπείν, ουκ ελάττους είναι εν τοις τοιούτοις αλισκομένους τους εκ του ουρανού ήκοντας, άτε πόνων αγυμνάστους των δ' έκ τής γής τους πολλούς, άτε αυτούς τε πεπονηκότας, άλλους τε έωρακότας, ουκ εξ επιδρομής τας αιρέσεις ποιείσθαι. Διό δή και μεταβολήν των κακών και των αγαθών ταϊς πολλαίς των ψυχών γίγνεσθαι , και διά τήν του κλήρου τύχην. Έπει, εί τις αεί, οπότε εις τον ενθάδε βίον αφικνούτο, υγιώς φιλοσοφοί, και ο κλήρος αυτό της αιρέσεως μη τελευταίος πίπτοι, κινδυνεύει, εκ των εκείθεν απαγγελλομένων , ου μόνον ενθάδε ευδαιμονείν αν, αλλά και την ενθένδε εκείσε και δεύρο πάλιν πορείαν ουκ αν χθονίαν και τραχείαν πορεύεσθαι, αλλά λείαν τε και ουρανίαν.

Ταύτην γαρ δή έφη την θέαν αξίαν είναι ιδείν, ως έκασται αι ψυχαί ηρούντο τους βίους ελεεινήν τε γάρ. ιδείν είναι και γελοίαν και θαυμασίαν· κατά ξυνήθειαν χάρ του προτέρου βίου τα πολλά αιρείσθαι. Ιδείν μεν γαρ ψυχήν έφη την ποτε Ορφέως γενομένην, κύκνου βίον αιρουμένην μίσει του γυναικείου γένους , δια τον

1

son ignorance , son avidité l'empêchèrent de tout
apercevoir d'un coup-d'ail, el en se jetant sur sa
proie, il ne vit pas qu'il se condamnait à dévorer
ses enfans et à souffrir d'horribles maux. Mais
bientôt il ouvre

les
yeux ,
il se lamente,

il pleure, il oublie les leçons du ministre , et finit par accuser de ses maux la fortune , les Génies , tout excepté lui-même. Cet homme venait des cieux, où il avait vécu sous un sage gouvernement., et pratiqué la vertu par caractère plutôt que par philosophie. J'observai même que ses concitoyens étaient plus faciles à séduire, parce qu'ils n'avaient pas lutté avec le malheur; tandis que les

les habitans de notre monde , qui avaient souffert et vu souffrir, choisissaient rarement sans réflexion. Ce motif, joint au hasard des rangs, changeait en mal ou en bien presque toutes les destinées. Ainsi, qu'un homme arrivé sur notre terre s'y forme à une saine philosophie , s'il n'obtient pas un jour le dernier sort, il peut être certain, après avoir été heureux parmi nous, de passer encore de ce monde dans l'autre et de revenir ici-bas, non par la route affreuse de l'abime, mais par le doux chemin des cieux.

Il est curieux de voir toutes ces âmes faire leur choix ; mais c'est un objet de douleur, de pitié et de surprise, d'en voir le plus grand nombre régler leur préférence sur leur vie passée. J'étais présent quand l'âme d'Orphée vint animer le corps d'un cygne : irrité contre les femmes, il ne voulait pas devoir une seconde fois la vie au sexe qui lui avait

[ocr errors]

υπ' εκείνων θάνατον ουκ έθέλουσαν έν γυναικί γεννηθείσαν γενέσθαι" ιδείν δέ τήν Θαμύρου , αηδόνος ελομένην ιδείν δε και κύκνον μεταβάλλοντα εις ανθρωπίνου βίου αίρεσιν, και άλλα ζώα μουσικά ώσαύτως, ως το εικός. Την δε λαχούσαν ψυχήν ελέσθαι λέοντος βίον· είναι δε την Αίαντος του Τελαμωνίου, φεύγουσαν άνθρωπον γενέσθαι , μεμνημένην της των όπλων κρίσεως. Τήν δ' επί τούτω Αγαμέμνονος έχθραν δε και ταύτην του ανθρωπίνου γένους διά τά πάθη, αετού διαλλάξαι βίον. Έν μέσοις δε λαχούσαν την Αταλάντης ψυχής, κατιδούσαν μεγάλας τιμάς αθλήτου ανδρός, ου δύνασθαι παρελθείν , αλλά λαβείν. Μετά δε ταύτην ιδείν την Έπειού του Πανοπέως εις τεχνικής γυναικός ιούσαν φύσιν. Πόρρω δ' εν υστάτοις ιδείν τήν του γελωτοποιού Θερσίτου και πίθηκον ενδυομένην. Κατά τύχην δε την Οδυσσέως λαχούσαν πασών υστάτην, αίρησομένην ιέναι: μνήμη δε των προτέρων πόνων, φιλοτιμίας λελωφηκυίαν, ζητείν περιϊούσαν χρόνον πολύν βίον ανδρος ιδιώτου απράγμoνος, και μόγις ευρείν κείμενόν που και παρημελημένον υπό των άλλων και είπείν ιδούσαν, ότι τα αυτά αν έπραξε και πρώτη λαχούσα , και ασμένην ελέσθαι. Και εκ των άλλων δή θηρίων ώσαύτως εις ανθρώπους ιέναι, και εις άλληλα και τα μεν άδικα εις τα άγρια, τα δε δίκαια εις τα ήμερα μεταβάλλοντα και πάσας μίξεις μίγνυσθαι.

'Επειδή δ' ούν πάσας τας ψυχάς τους βίους ηρήσθαι, ώσπερ έλαχον, εν τάξει προσιέναι προς την Λάχεσιν. Εκείνην δ' εκάστω, όν είλετο δαίμονα, τούτον φύλακα ξυμπέμπειν του βίου , και αποπληρωτήν των αιρεθέντων. donné la mort. Le corps d'un rossignol reçut l'àme de Thamyris. Mais je vis un cygne, et des animaux qui ont comme lui le sentiment.de nos arts , adopter la nature de l'homme. Une autre âme, quand son tour fut arrivé, devint l'âme d'un lion : c'était Ajax qui détestait l'humanité depuis le fatal jugement. Parut ensuite Agamemnon, que ses malheurs rendaient aussi l'ennemi des hommes ; un aigle prit la place du roi des rois. Atalante qui choisit vers la moitié, éblouie des honneurs Olympiques, ne put résister à l'envie de se faire athlète. Après elle , je vis Epéus, fils de Panopée, devenir une femme industrieuse, et, presque aux derniers rangs, un singe succéder à Thersite. Par hasard Ulysse avait le dernier sort, il dernier ; mais encore fatigué de ses longs revers et désabusé de l'ambition, il choisit, non sans avoir cherché long-temps, la vie tranquille d'un homme privé, que tous les autres avaient laissée dédaigneusement à l'écart. En l'apercevant enfin, il s'écria qu'il n'aurait pas eu d'autre pensée quand même le premier rang lui serait échu, et il saisit avec joie son trésor. Les animaux, quels qu'ils soient, passent également les uns dans les autres ou dans le

corps

des hommes; ceux qui furent méchans deviennent des bêtes féroces, et les bons, des animaux apprivoisés. Toute la nature vivante est soumise aux mêmes lois.

parut le

Quand il ne reste plus d'âme à pourvoir d'un avenir, la foule s'avance en ordre vers Lachésis. La Parque ordonne au Génie que chacune s'est donné, de lui être toujours fidèle et d'accomplir ses yeux. Il la

“Ον πρώτον μεν άγειν αυτήν προς την Κλωθώ, υπό την εκείνης χείρά τε και επιστροφής της του ατράκτου δίνης κυρoύντα, ήν λαχών είλετο μοίραν. Ταύτης δ' εφαψάμενον,

αύθις επί την της Ατρόπου άγειν νησιν, αμετάστροφα τα επικλωθέντα ποιούντα. Εντεύθεν δε δή αμεταστρεπτί υπό τον της Ανάγκης ιέναι θρόνον, και δι' εκείνου διεξελθόντα, επειδή και οι άλλοι διήλθον, πορεύεσθαι άπαντας εις το της Λήθης πεδίον διά καύματός τε και πνίγους δεινού· και γαρ είναι αυτό κενόν δένδρων τε και όσα γή φύει. Σκηνάσθαι ουν σφάς ήδη εσπέρας γιγνομένης παρά τον Αμέλητα ποταμόν , ού το ύδωρ αγγείον ουδέν στέγει. Μέτρον μεν ουν τι του ύδατος πάσιν αναγκαίον είναι πιείν: τους δε φρονήσει μή σωζομένους, πλέον πίνειν του μέτρου τον δε αεί πιόντα, πάντων επιλανθάνεσθαι. Επειδή δε κοιμηθήναι και μέσας νύκτας γενέσθαι, βροντήν τε και σεισμών γενέσθαι, και εντεύθεν εξαπίνης άλλον άλλη φέρεσθαι άνω, εις την γένεσιν άττοντας ώσπερ αστέρας.

Αυτός δε του μεν ύδατος κωλυθήναι πιείν: όπη μέντοι και όπως εις το σώμα αφίκοιτο, ουδέν ειδέναι" αλλ' εξαίφνης αναβλέψας ιδείν έωθεν αυτόν ήδη κείμενον επί τη πυρα.

Και ούτος ο μύθος εσώθη και ουκ απώλετο και ημάς αν σώσειεν, αν πειθώμεθα αυτό και τον της Λήθης ποταμόν εύ διαβησόμεθα, και την ψυχήν ου μιανθησόμεθα,

De REPUBLICA , X.

[ocr errors]
« PrécédentContinuer »